4.003.372 ‘Ελληνες πριν τον “ξαφνικό θάνατο”. Πόσοι ακολουθούν πριν έρθει η ανάπτυξη;

4.003.372 'Ελληνες πριν τον "ξαφνικό θάνατο". Πόσοι ακολουθούν πριν έρθει η ανάπτυξη;

Όταν στην πρόσφατη συνέντευξή του στον Σκάϊ ο Αλέξης Τσίπρας έλεγε ότι “αριστερή πολιτική στις μέρες μας είναι να δημιουργείς θέσεις εργασίας και να δίνεις δουλειά στον κόσμο” σηματοδοτούσε μια ποιοτική στροφή για το κόμμα του και τον ίδιο. Πριν ενάμιση χρόνο οι ιδιωτικοποιήσεις, για παράδειγμα, ήταν όχι μόνο μία κόκκινη γραμμή που δεν έπρεπε να υπερβεί ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά ένα ιδεολογικό τοτέμ.

Όμως ακόμα κι αυτή η στροφή του πρωθυπουργού σε μία άλλη θεώρηση των πραγμάτων ίσως, πλέον, να μην είναι αρκετή. Η επταετής ύφεση και τα τρία μνημόνια έχουν προκαλέσει, ως φαίνεται, τέτοια διάβρωση στον κοινωνικό, παραγωγικό και οικονομικό ιστό της χώρας που είναι αμφίβολο εάν αυτή η πορεία μπορεί να ανατραπεί και να δημιουργηθούν συνθήκες ανάπτυξης.

Οι επιστήμονες χρησιμοποιούν ενίοτε τον όρο “ανάπτυξη με ύφεση” όταν θέλουν να επισημάνουν τον κίνδυνο να καταγράφονται ρυθμοί ανάπτυξης δίχως όμως αυτό να έχει ουσιαστικό θετικό αντίκτυπο στους πολίτες.

Τα τελευταία στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Εσόδων αποτυπώνουν το ίχνος αυτού του κινδύνου:

Ο συνολικός αριθμός όσων έχουν οφειλές προς το Δημόσιο ανέρχεται σε 4.003.372 ενώ σε 1.492.088 από αυτούς δύναται να ληφθούν αναγκαστικά μέτρα είσπραξης. Οι οφειλέτες στους οποίους έχουν επιβληθεί αναγκαστικά μέτρα είσπραξης ανέρχονται σε 755.086 και αντιστοιχούν στο 50,65% εκείνων για τους οποίους είναι δυνατόν να επιβληθούν τα αναγκαστικά μέτρα.

Εάν λάβουμε υπόψη μας πως ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός της χώρας είναι κάτω από 4.000.000 (από περίπου 4.586.000 που ήταν το 2011, στην αρχή της κρίσης) και πως περίπου 2 στους 3 πολίτες ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας ή απειλούνται να εισέλθουν σε αυτή τη ζώνη, εύκολα αντιλαμβανόμαστε πως η ανάπτυξη είναι περισσότερο μια συζήτηση στατιστικών και λιγότερο μία συζήτηση που αφορά ανθρώπους.

Εάν, για παράδειγμα, όπως προκύπτει από τα ίδια στοιχεία της ΓΓΔΕ, περίπου 1,2- 1,5 δις προστίθενται κάθε μήνα στις ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο και όταν ένας στους δύο Έλληνες χρωστά στην εφορία, πως μπορεί να ανασταλεί η πορεία οριστικής και ίσως αμετάκλητης οικονομικής απίσχνασης του πληθυσμού από τη στιγμή που συντηρείται το ίδιο μοντέλο εξαντλητικής υπερφορολόγησης;

Εύκολα θα συμφωνήσει κανείς πως η ανάπτυξη προϋποθέτει ιδιωτικές επενδύσεις -από τη στιγμή μάλιστα που το γερμανικό υφεσιακό μοντέλο που εφαρμόζεται στην Ευρώπη έχει σχεδόν μηδενίσει τις δημόσιες επενδύσεις-, είναι, ωστόσο, απορίας άξιο εάν η επένδυση στο Ελληνικό, για παράδειγμα (που θα προσφέρει ως λέγεται πάνω από 50.000 θέσεις εργασίας), ή οποιαδήποτε άλλη μπορούν να ενισχύσουν το εισόδημα των πολιτών, να ελαφρύνουν τη φορολόγηση και να αυξήσουν την ιδιωτική κατανάλωση.

Θεωρητικά κάτι τέτοιο είναι πιθανό. Όμως το κρίσιμο ερώτημα που διατυπώνουν οι γνωρίζοντες είναι εάν η αναπτυξιακή προοπτική μπορεί να επιταχυνθεί τόσο ώστε να προλάβει την μεγάλη κοινωνική έκρηξη, όταν δηλαδή οι 2 στους 3 Έλληνες θα χρωστούν ακόμα περισσότερα στο Δημόσιο και θα λαμβάνονται εναντίον τους μέτρα (κατασχέσεις λογαριασμών κλπ.).

Εάν, για παράδειγμα, το δημόσιο χρέος της χώρας έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που απαιτείται εμμέσως διαγραφή μέρους του ή επιμήκυνση των αποπληρωμών σε βάθος πολλών δεκαετιών, πως μπορεί να αντιμετωπισθεί το διαρκώς ογκούμενο χρέος των πολιτών προς το Δημόσιο; Δεν απαιτείται και σε αυτή την περίπτωση μέτρα ελάφρυνσής του;

Πως για παράδειγμα μπορεί να αντιμετωπίσει ένας εργαζόμενος, μισθωτός ή ελεύθερος επαγγελματίας, τις οφειλές του προς το Δημόσιο, όταν ακόμα κι εκείνοι που πρόλαβαν να μπουν σε κάποια ρύθμιση διαπιστώνουν πως δεν μπορούν εκ των πραγμάτων να είναι συνεπείς; Το κράτος τιμωρεί αυτόν που δεν πληρώνει μία δόση με απώλεια του προνομιακού (;) καθεστώτος της ρύθμισης όταν αυτός που αδυνατεί να πληρώσει βρίσκεται στην κατάσταση αυτή διότι ο εργοδότης του τον πληρώνει ανά δύο, τρεις ή και περισσότερους μήνες.

Η πραγματικότητα είναι σκληρή. Ο ρυθμός με τον οποίο πληρώνει τους εργαζόμενους ο ιδιωτικός τομέας (είτε λόγω πραγματικής αδυναμίας, είτε κατά σχέδιο εξαιτίας της γενικότερης κατάστασης στην αγορά)δεν συμβαδίζει με τον ρυθμό των υποχρεώσεων αυτών των εργαζομένων προς την εφορία.

Τα στοιχεία της ΓΓΔΕ είναι ενδεικτικά

Αύξηση 1,223 δισ. ευρώ παρουσίασαν τα νέα ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο τον Ιούνιο, σύμφωνα με τα στοιχεία της γενικής γραμματείας Δημοσίων Εσόδων που δόθηκαν στη δημοσιότητα.

Ειδικότερα, τα ληξιπρόθεσμα χρέη που δημιουργήθηκαν από την αρχή του έτους, αυξήθηκαν τον Ιούνιο στα 6,807 δισ. ευρώ έναντι 5,584 δισ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα Μάιο.

Οι παλαιές ληξιπρόθεσμες οφειλές προ το δημόσιο (που είχαν δημιουργηθεί ως το τέλος του 2015) ανέρχονταν τον Ιούνιο σε 83,025 δισ. ευρώ έναντι 83,305 δισ. ευρώ τον Μάιο.

Έτσι το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών (παλαιών και νέων) διαμορφώθηκε στον Ιούνιο σε 89,832 δισ. ευρώ.

Από τα στοιχεία της γενικής γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, προκύπτει ότι ο συνολικός αριθμός όσων έχουν οφειλές προς το Δημόσιο ανέρχεται σε 4.003.372 ενώ σε 1.492.088 από αυτούς δύναται να ληφθούν αναγκαστικά μέτρα είσπραξης. Οι οφειλέτες στους οποίους έχουν επιβληθεί αναγκαστικά μέτρα είσπραξης ανέρχονται σε 755.086 και αντιστοιχούν στο 50,65% εκείνων για τους οποίους είναι δυνατόν να επιβληθούν τα αναγκαστικά μέτρα.

Παράλληλα, τον Ιούνιο, αύξηση στα 5,909 δισ. ευρώ σημείωσαν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τους ιδιώτες από 5,786 δισ. ευρώ που ήταν τον Μάιο. Αυτό προκύπτει από τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών για την πορεία των μεγεθών της γενικής κυβέρνησης που δόθηκαν στη δημοσιότητα. Τον ίδιο μήνα, οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων ανήλθαν σε 1,311 δισ. ευρώ έναντι 1,259 δισ. ευρώ τον Μάιο.

Όλα αυτά συνιστούν μία εξαιρετικά δύσκολη εξίσωση για τον πρωθυπουργό και το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης (ειδικότερα τον Τρύφωνα Αλεξιάδη). Επίσης δεν αφορούν μόνο την κυβέρνηση. Το μοντέλο αυτό δεν ανακαλύφθηκε επί ΣΥΡΙΖΑ. Προφανώς η κατάσταση χειροτέρευσε για μια σειρά λόγους, ορισμένοι εκ των οποίων εντάσσονται στη σφαίρα λανθασμένων χειρισμών που έγιναν τον τελευταίο ενάμισι χρόνο.

Όμως, οποιαδήποτε κυβέρνηση σήμερα ή αύριο έχει να αντιμετωπίσει ένα οικονομικό- δημοσιονομικό μοντέλο που εξοντώνει την κοινωνία και σύντομα δεν θα μπορεί να αποδώσει γιατί δεν θα υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι που να μπορούν να πληρώσουν όσα τους ζητούνται.

Η αλήθεια είναι πως καταβλήθηκε πολύς κόπος και πολλή φαιά ουσία τα τελευταία χρόνια -και ως ένα βαθμό σωστά- για να σωθούν οι τράπεζες. Μήπως, όμως, ξεχάσαμε να σώσουμε την κοινωνία;

spacer

Leave a reply